SATORi iN ATHENS
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010
: bemused
be·muse
\bi-
ˈ
myüz, bē-\
tr.v.
be·mused
,
be·mus·ing
,
be·mus·es
1.
To cause to be bewildered; confuse.
2.
To cause to be engrossed in thought.
ελληνικά:
bemused
: σαστισμένος, χαμένος σε σκέψεις
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Νεότερη ανάρτηση
Παλαιότερη Ανάρτηση
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου