SATORi iN ATHENS
Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010
: succulent
suc·cu·lent
\-lənt\
adj.
1.
Full of juice or sap; juicy.
2.
Botany
Having thick, fleshy, water-storing leaves or stems.
3.
Highly interesting or enjoyable; delectable
ελ
ληνικά:
succulent
:
(για καρπούς κτλ.) ζουμερός, χυμώδης, εύχυμος
#
(για φυτά:) οπώδης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Νεότερη ανάρτηση
Παλαιότερη Ανάρτηση
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου