SATORi iN ATHENS
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
: devious
de·vi·ous
\
ˈ
dē-vē-əs, -vyəs\
adj.
1.
Not straightforward; shifty
2.
Departing from the correct or accepted way; erring
3.
Deviating from the straight or direct course; roundabout
ελληνικά:
devious
:
δόλιος, πανούργος, πονηρός, ανέντιμος, ύπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Νεότερη ανάρτηση
Παλαιότερη Ανάρτηση
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου