SATORi iN ATHENS
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
: heartbeat
heart·beat
\
ˈ
härt-
ˌ
bēt\
n.
1.
A single complete pulsation of the heart.
2.
A vital force or driving impulse
ελληνικά
:
heartbeat
:
καρδιακός παλμός, καρδιοχτύπι
σουηδικά:
hjärtslag
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Νεότερη ανάρτηση
Παλαιότερη Ανάρτηση
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου